Δύο αδελφάκια παίζουν με την καθιστή αρκούδα, ενώ θα έπρεπε να διαβάζουν τα μαθήματά τους. Ακούγονται βήματα. Η αδελφή τους έρχεται να τα ελέγξει. Ο Λευτέρης κρύβει βιαστικά το παιχνίδι κάτω από το κρεβάτι. Ο Μουσταφά το βάζει στην ντουλάπα και την κλειδώνει. Γρήγορα γρήγορα στρώνονται στο γραφείο τους και κάνουν πως μελετούν. Η Γιωτούλα φεύγει ικανοποιημένη για να ενημερώσει τη μητέρα. Όταν η πόρτα κλείσει και μείνουν οι δυο τους ξανά, ο Λευτέρης θα ψάξει για το παιχνίδι, όμως δεν θα το βρει…
Οι ήρωες κουβαλάνε αναμνήσεις φτιαγμένες από μoβ υλικά. Λίγη απογοήτευση, περισσότερη ελπίδα. Και μια πινελιά φαγούρα, κάπου στα γεννητικά όργανα. Έχουν επιστρατευτεί εικόνες, ήχοι και μυρωδιές, έχουν σωρευτεί περιγραφές με χρώματα, χαρές και λύπες. Άλλοτε εμφανίζονται τα επεισόδια της ζωής του ενός, άλλοτε του άλλου, ορισμένα από την παιδική ηλικία. Κι ύστερα, να που μερικά περιστατικά συνέβησαν μετά από κείνη τη μέρα που κάποιοι τους κλάδεψαν το δέντρο. Τα παθήματα, η μνήμη του Μουσταφά και του Λευτέρη, κείνο που τον τρώει, κείνο που τον σώζει. Είναι ευχή και κατάρα οι τόσοι αξιόπιστοι επιζήσαντες. Ίσως και τίποτα από τα δυο. Ένας εαυτός, δισυπόστατος, που αισθάνεται. Επειδή θυμάται.