(. . .) Αυτές τις εικόνες και τις φυσιογνωμίες του Φισκάρδου, που τις κουβαλούσα μέσα μου όπου κι αν πήγαινα, θέλησα να τις κρατήσω ζωντανές αλλά και να τις μοιραστώ μαζί με άλλους, που είτε ήξεραν και είχαν ζήσει τα ίδια πράγματα με εμένα είτε ήθελαν να τα γνωρίσουν. Έτσι άρχισα να μαζεύω το υλικό αυτού του λευκώματος και περνώντας ο καιρός έβλεπα μέσα από τις φωτογραφίες και τις αφηγήσεις ότι πια είναι αδύνατο η μνήμη να συγκρατήσει και να βάλει σε τάξη αυτό που γινόταν γύρω μου, το χόμπι μου έγινε μανία να καταφέρω να περισώσω χειροπιαστά πράγματα και όχι μόνο αυτό που το μυαλό χωράει. Μη φανταστείτε ότι υπάρχει τάση απολογίας στα γραφόμενά μου, ούτε νοσταλγία για τις «καλές μέρες» που φύγανε, όχι, τα καλά είναι μπροστά μας άλλωστε. Υπάρχει μόνο η διάθεση να μη χαθούν, να μην ξεχαστούν οι καταβολές μου, ώστε να με καθοδηγούν, να με συγκρατούν και να μου δίνουν πάντα το μέτρο.
[Απόσπασμα από κείμενο παρουσίασης εκδότη ή έκδοσης]