Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν ο μπαμπάς της Τσέλσυ, με μαλλί κοκκαλωμένο από ζελέ, να παριστάνει τον Έλβις Πρίσλεϋ κρατώντας ένα αναποδογυρισμένο μπουκάλι κρασιού για μικρόφωνο . . . Η μαμά της Λώρα καθόταν στα γόνατα του φίλου της και τον τάιζε πικάντικα τσιπς. . . Ο πατέρας της Τζέμμα γύριζε από τραπέζι σε τραπέζι και γέμιζε τα ποτήρια. . . Η μητέρα της Σουμίθα μάθαινε ινδικούς χορούς στις μητέρες των άλλων τριών κοριτσιών, ενώ ο σύζυγος της κρατούσε το τέμπο με ένα αναποδογυρισμένο σκουπιδοτενεκέ. . . «Μαμά! Είσαι μεθυσμένη!», είπε με έντονο ύφος η Τσέλσυ. «Μαμά! Φαίνεται η κιλότα σου!», φώναξε η Λώρα. «Μαμά! Τι είναι αυτά που κάνεις;», ρώτησε η Σουμίθα. Η Τζέμμα το μόνο που έκανε ήταν να ξεροκαταπίνει. . . Όλοι τους γύρισαν και τις κοίταξαν, λίγο έκπληκτοι που τα παιδιά τους είχαν γυρίσει στο σπίτι την ώρα που τους είχαν πει. . . «Δεν το πιστεύω», άρχισε να φωνάζει η Τσέλσυ. «Κάνουμε πάρτυ», είπε η μητέρα της. «Ελάτε τώρα κορίτσια. Εεε. . . πώς μας το λέτε όλη την ώρα;» Ήπιε άλλη μια γουλιά κρασί, «Α, ναι». Χαζογέλασε και είπε: «Σε παρακαλώ, μην το κάνουμε θέμα τώρα. . .»
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]